γόγγυσος

γόγγ-ῠσος, ,
A = γογγυστής, Thd. Pr.16.28, Hdn. Gr.1.213.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γόγγυσος — γόγγυσος, ο (Μ) ο γογγυστής. [ΕΤΥΜΟΛ. < γογγύζω + (επίθημα) σος που απαντά σε λέξεις καθημερινής ομιλίας (πρβλ. μέθυσος, κραύγασος)] …   Dictionary of Greek

  • γόγγυσος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γογγύσω — γόγγυσος masc nom/voc/acc dual γόγγυσος masc gen sg (doric aeolic) γογγύζω mutter aor subj act 1st sg γογγύζω mutter fut ind act 1st sg γογγύζω mutter aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόγγυσοι — γόγγυσος masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόγγυσον — γόγγυσος masc acc sg γογγύζω mutter aor imperat act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.